Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σκάσιμο τα σκασίματα
      γενική του σκασίματος των σκασιμάτων
    αιτιατική το σκάσιμο τα σκασίματα
     κλητική σκάσιμο σκασίματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκάσιμο < σκάω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκάσιμο ουδέτερο

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκάω
    το σκάσιμο της βόμβας έγινε σε στιγμή που δεν το περίμενε κανείς
    όλα ξεκίνησαν με το σκάσιμο ενός αθώου φιλιού στο μάγουλο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία