Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σκασιάρχης οι σκασιάρχες
      γενική του σκασιάρχη των σκασιαρχών
    αιτιατική τον σκασιάρχη τους σκασιάρχες
     κλητική σκασιάρχη σκασιάρχες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκασιάρχης < σκάω + -άρχης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκασιάρχης αρσενικό

  1. αυτός που κάνει σκασιαρχείο, που το σκάει από το σχολείο, τη δουλειά του


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία