Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πακέτο πακέτα
γενική πακέτου πακέτων
αιτιατική πακέτο πακέτα
κλητική πακέτο πακέτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πακέτο< ιταλική pacchetto. Οι νεότερες σημασίες της λέξης προέκυψαν από μετάφραση του αγγλικού package.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /paˈcɛtɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πακέτο ουδέτερο

  1. δέμα (π.χ. δώρο) περιτυλιγμένο σε χαρτί
    o ταχυδρόμος έφερε ένα πακέτο
  2. κουτί με τσιγάρα
    αγόρασε ένα πακέτο (τσιγάρα)
  3. (οικονομία) σύνολο προτάσεων προς μελέτη
    ο επίτροπος πρότεινε ένα πακέτο για τα μεσογειακά κράτη
  4. (πληροφορική) σύνολο δεδομένων
  5. (αργκό) το ψέμα (συνήθως όταν χρησιμοποιείται μονολεκτικά) ή και το ζόρι
    έφαγα χοντρό πακέτο

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία