Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πακετάρισμα τα πακεταρίσματα
      γενική του πακεταρίσματος των πακεταρισμάτων
    αιτιατική το πακετάρισμα τα πακεταρίσματα
     κλητική πακετάρισμα πακεταρίσματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πακετάρισμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πακετάρισμα ουδέτερο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία