Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική λεπτομερής λεπτομερής λεπτομερές
γενική λεπτομερούς λεπτομερούς λεπτομερούς
αιτιατική λεπτομερή λεπτομερή λεπτομερές
κλητική λεπτομερή(ής) λεπτομερής λεπτομερές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λεπτομερείς λεπτομερείς λεπτομερή
γενική λεπτομερών λεπτομερών λεπτομερών
αιτιατική λεπτομερείς λεπτομερείς λεπτομερή
κλητική λεπτομερείς λεπτομερείς λεπτομερή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λεπτομερής < αρχαία ελληνική λεπτομερής < λεπτός + μέρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λεπτομερής, -ής, -ές

  1. που περιλαμβάνει και εξετάζει κάθε λεπτομέρεια
    λεπτομερής έλεγχος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λεπτομερής < λεπτός + μέρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λεπτομερής, -ής, -ής

  1. που αποτελείται από πολύ λεπτά μόρια· επίθετο που αποδίδεται στο νερό, τη φωτιά, την ψυχή κλπ
    αντώνυμα: παχυμερής
  2. (στους μεταγενέστερους συγγραφείς) που εξετάζεται με κάθε λεπτομέρεια
  3. (για πρόσωπα) καλλιεργημένος, επιμελής

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883