Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λεπτομερειακός η λεπτομερειακή το λεπτομερειακό
      γενική του λεπτομερειακού της λεπτομερειακής του λεπτομερειακού
    αιτιατική τον λεπτομερειακό τη λεπτομερειακή το λεπτομερειακό
     κλητική λεπτομερειακέ λεπτομερειακή λεπτομερειακό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λεπτομερειακοί οι λεπτομερειακές τα λεπτομερειακά
      γενική των λεπτομερειακών των λεπτομερειακών των λεπτομερειακών
    αιτιατική τους λεπτομερειακούς τις λεπτομερειακές τα λεπτομερειακά
     κλητική λεπτομερειακοί λεπτομερειακές λεπτομερειακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λεπτομερειακός < λεπτομέρεια

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λεπτομερειακός -ή -ό

  1. λεπτομερής, που ασχολείται με όλες τις λεπτομέρειες ενός θέματος
  2. που ασχολείται με δευτερεύοντα ζητήματα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία