Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική εξονυχιστικός εξονυχιστική εξονυχιστικό
γενική εξονυχιστικού εξονυχιστικής εξονυχιστικού
αιτιατική εξονυχιστικό εξονυχιστική εξονυχιστικό
κλητική εξονυχιστικέ εξονυχιστική εξονυχιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξονυχιστικοί εξονυχιστικές εξονυχιστικά
γενική εξονυχιστικών εξονυχιστικών εξονυχιστικών
αιτιατική εξονυχιστικούς εξονυχιστικές εξονυχιστικά
κλητική εξονυχιστικοί εξονυχιστικές εξονυχιστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξονυχιστικός < εξονυχίζω + -τικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εξονυχιστικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία