Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κεραία οι κεραίες
      γενική της κεραίας των κεραιών
    αιτιατική την κεραία τις κεραίες
     κλητική κεραία κεραίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κεραία < (λόγιο) αρχαία ελληνική κεραία[1]
σημάδι για τη γραμματική: η ελληνιστική σημασία
μεταφορικά, και τεχνολογία: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική antenne
 
Κεραία μαύρης μύγας.
 
Παραβολική κεραία.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /cɛˈɾɛ.a/
συλλαβισμός: κε‐ραί‐α

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κεραία θηλυκό

  1. (εντομολογία) λεπτό σαν τρίχα αισθητήριο όργανο ορισμένων εντόμων που προεξέχει από το κεφάλι τους
  2. (μεταφορικά στον πληθυντικό) η ικανότητα να συλλαμβάνει κάποιος τα υπόδηλα μηνύματα άλλων ανθρώπων, του περιβάλλοντος, της εποχής κ.λπ.
    άνθρωπος με ευαίσθητες κεραίες
  3. (τεχνολογία) μεταλλικός ιστός που προσαρτάται σε συσκευές ή τοποθετείται σε κτήρια και υψώματα με σκοπό την εκπομπή ή λήψη ραδιοφωνικών, τηλεοπτικών, τηλεφωνικών κλπ σημάτων
     συνώνυμα: αντένα
  4. (ναυτικός όρος) μακρύ λεπτό ξύλο που κρεμάται κάθετα στο κατάρτι και φέρει πανιά ή σημαίες και σήματα
     συνώνυμα: αντένα
  5. (τυπογραφικό σημάδι)
    1. (γραμματική) ευθεία γραμμή πάνω από τα δίχρονα φωνήεντα, που δηλώνει ότι είναι μακρά (ᾱ, ῑ, ῡ)
    2. μικρή γραμμή που συνοδεύει ελληνικά γράμματα για τη δημιουργία αριθμών
      μετά το γράμμα π.χ. α΄ (ο αριθμός 1)
      Unicode χαρακτήρας: GREEK NUMERAL SIGN ʹ (U+0374)
      πριν το γράμμα, κάτω αριστερά π.χ (ο αριθμός χίλια)
    3. γραπτό σημείο με τη μορφή οριζόντιας γραμμής (παύλα) που χρησιμοποιείται στην αρχή των περιόδων ενός διαλόγου ή στην αρχή και το τέλος παρενθετικού λόγου
      έκφραση: μέχρι κεραίας : (κάνω κάτι) με μεγάλη προσοχή και ακρίβεια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία




Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κεραία < κέρας • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κεραία θηλυκό

  1. (ποιητικό) κερατοειδής απόληξη
  2. (συνεκδοχικά) οτιδήποτε προεξέχει σαν κέρατο
  3. τόξο κατασκευασμένο από κέρατο

  ΠηγέςΕπεξεργασία