Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική καλοήθης καλοήθης καλόηθες
γενική καλοήθους καλοήθους καλοήθους
αιτιατική καλοήθη καλοήθη καλόηθες
κλητική καλοήθη(ς) καλοήθης καλόηθες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καλοήθεις καλοήθεις καλοήθη
γενική καλοήθων καλοήθων καλοήθων
αιτιατική καλοήθεις καλοήθεις καλοήθη
κλητική καλοήθεις καλοήθεις καλοήθη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλοήθης < ελληνιστική κοινή καλοήθης < καλός + ἦθος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καλοήθης αρσενικό ή θηλυκό, καλόηθες ουδέτερο

  1. (ιατρική) για νόσο που δεν έχει σοβαρές μακροπρόθεσμες συνέπειες για την υγεία, συνήθως σε αντιδιαστολή με θανατηφόρα νόσο με επιφανειακά παρόμοια συμπτώματα
    καλοήθης όγκος, καλοήθης παιδική επιληψία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία