Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο/η επιμήκης το επίμηκες
      γενική του/της επιμήκους του επιμήκους
    αιτιατική τον/την επιμήκη το επίμηκες
     κλητική επιμήκη επίμηκες
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επιμήκεις τα επιμήκη
      γενική των επιμήκων των επιμήκων
    αιτιατική τους/τις επιμήκεις τα επιμήκη
     κλητική επιμήκεις επιμήκη
όπως «συνήθης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιμήκης < αρχαία ελληνική ἐπιμήκης < ἐπί + μῆκος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επιμήκης, -ης, -ες

  1. (λόγιο) αυτός που είναι μακρύς και στενός, με μήκος μεγαλύτερο από το πλάτος
    Έξωθεν τείχοι υψηλοί και στερεοί, εν τω μέσω αυλή ύπαιθρος, τετράγωνος ή επιμήκης, επί της αυλής αι θύραι και τα παράθυρα των αποθηκών και των οικημάτων, η δε συγκοινωνία μετά του έξω κόσμου διά πύλης σιδηράς κλεισμένης την νύκτα. (Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία