Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ἐπιμηκεσ-
ονομαστική / ἐπιμήκης τὸ ἐπίμηκες
      γενική τοῦ/τῆς ἐπιμήκους τοῦ ἐπιμήκους
      δοτική τῷ/τῇ ἐπιμήκει τῷ ἐπιμήκει
    αιτιατική τὸν/τὴν ἐπιμήκη τὸ ἐπίμηκες
     κλητική ! ἐπίμηκες ἐπίμηκες
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἐπιμήκεις τὰ ἐπιμήκη
      γενική τῶν ἐπιμήκων τῶν ἐπιμήκων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἐπιμήκεσ(ν) τοῖς ἐπιμήκεσ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἐπιμήκεις τὰ ἐπιμήκη
     κλητική ! ἐπιμήκεις ἐπιμήκη
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἐπιμήκει τὼ ἐπιμήκει
      γεν-δοτ τοῖν ἐπιμήκοιν τοῖν ἐπιμήκοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'συνήθης' όπως «συνήθης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐπιμήκης < ἐπι- + μῆκ(ος) + -ης

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἐπιμήκης, -ης, '_ες

  1. αυτός που είναι μακρύς και στενός, με μήκος μεγαλύτερο από το πλάτος
    ※  2ος αιώνας κε Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις Ηλιακών Α
    πλησίον δὲ καὶ Μοιρῶν βωμός ἐστιν ἐπιμήκης
ἐπιμήκης
ἐπιμηκέστερος
ἐπιμηκέστατος
-
-
-

  ΠηγέςΕπεξεργασία