Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δυσχερής η δυσχερής το δυσχερές
      γενική του δυσχερούς της δυσχερούς του δυσχερούς
    αιτιατική τον δυσχερή τη δυσχερής το δυσχερές
     κλητική δυσχερή(ς) δυσχερής δυσχερές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δυσχερείς οι δυσχερείς τα δυσχερή
      γενική των δυσχερών των δυσχερών των δυσχερών
    αιτιατική τους δυσχερείς τις δυσχερείς τα δυσχερή
     κλητική δυσχερείς δυσχερείς δυσχερή
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δυσχερής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δυσχερής, αβέβαιης ετυμολογίας

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δυσχερής

  • που εμφανίζει δυσκολίες και προβλήματα σε αρκετά μεγάλο βαθμό, δεν επιτυγχάνεται εύκολα
    η θέση μου είναι δυσχερής, βρίσκομαι σε δυσχερή θέση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δυσχερής < αβέβαιης ετυμολογίας, πιθανόν από το δυσ- και χείρ ή δυσ- + χαίρω[1]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δυσχερής

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία