Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο διαιτητής οι διαιτητές
      γενική του διαιτητή των διαιτητών
    αιτιατική τον διαιτητή τους διαιτητές
     κλητική διαιτητή διαιτητές
όπως «νικητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαιτητής < αρχαία ελληνική διαιτητής < διαιτάομαι/διαιτῶμαι (< διά + εἶμι ή αἴτιος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διαιτητής αρσενικό

  1. αυτός που επιτηρεί και ρυθμίζει τη διεξαγωγή ενός παιχνιδιού ή ενός αγώνα, σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν εκ των προτέρων τεθεί
  2. (νομική) ο μεσολαβητής μεταξύ δύο διαδίκων για μια υπόθεσή τους
  3. (κατ' επέκταση) ο μεσολαβητής μεταξύ δύο αντιτιθέμενων μερών για μια υπόθεσή τους

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία