Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διαιτητικός η διαιτητική το διαιτητικό
      γενική του διαιτητικού της διαιτητικής του διαιτητικού
    αιτιατική τον διαιτητικό τη διαιτητική το διαιτητικό
     κλητική διαιτητικέ διαιτητική διαιτητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διαιτητικοί οι διαιτητικές τα διαιτητικά
      γενική των διαιτητικών των διαιτητικών των διαιτητικών
    αιτιατική τους διαιτητικούς τις διαιτητικές τα διαιτητικά
     κλητική διαιτητικοί διαιτητικές διαιτητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαιτητικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διαιτητικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με τη διαιτησία
    διαιτητικό δικαστήριο
  2. σχετικός με τη δίαιτα
    διαιτητική αγωγή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία