Δείτε επίσης: βοσκό, Βοσκό
 
Κοπάδι που βόσκει.
 
Τρία άτομα πηγαίνουν να βοσκήσουν το κοπάδι τους.

  Ετυμολογία

επεξεργασία
βόσκω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βόσκω

βόσκω, πρτ.: έβοσκα, αόρ.: βόσκησα, παθ.φωνή: βόσκομαι, π.αόρ.: βοσκήθηκα, μτχ.π.π.: βοσκημένος

  1. (για ζώα) τρώω χορτάρι σε λιβάδι
  2. μαζεύω και πηγαίνω τα ζώα (αγελάδες και πρόβατα συνήθως) για να φάνε (χορτάρι)

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Εκφράσεις

επεξεργασία
  • Πού βόσκεις;: Πού βρίσκεσαι;

Συγγενικά

επεξεργασία

Σημείωση: Οι συνοπτικοί και συντελεσμένοι χρόνοι, όπως και στο βοσκάω/βοσκώ

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Ετυμολογία

επεξεργασία
βόσκω < λείπει η ετυμολογία

βόσκω

  1. (για βοσκούς) εκτρέφω, φυλάω, φροντίζω ζώα
    ※  8ος πκε αιώνας   Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 14 (ξ. Ὀδυσσέως πρὸς Εὔμαιον ὁμιλία.), στίχ. 102 (στίχοι 100-102)
    δώδεκ᾽ ἐν ἠπείρῳ ἀγέλαι· τόσα πώεα οἰῶν, | τόσσα συῶν συβόσια, τόσ᾽ αἰπόλια πλατέ᾽ αἰγῶν | βόσκουσι ξεῖνοί τε καὶ αὐτοῦ βώτορες ἄνδρες.
    αντίκρυ στη στεριά είκοσι ποίμνες βόδια· τόσα κοπάδια | και με πρόβατα, τόσα με χοίρους, τόσα με σκορπισμένες γίδες — | τα βόσκουν πέρα οι ξένοι ή και βοσκοί δικοί μας, ντόπιοι.
    Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
     συνώνυμα: βουκολέω, βοτέω
  2. (γενικότερα) (για το έδαφος, τη γη, δούλους, ανθρώπους) εκτρέφω, θρέφω, συντηρώ, ενισχύω
    ※  8ος πκε αιώνας   Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 17 (ρ. Τηλεμάχου καὶ Ὀδυσσέως ἐπάνοδος εἰς Ἰθάκην.), στίχ. 559 (στίχοι 558-559)
    σῖτον δὲ καὶ αἰτίζων κατὰ δῆμον | γαστέρα βοσκήσεις· δώσει δέ τοι ὅς κ᾽ ἐθέλῃσι.»
    γιατί ψωμί μπορείς να ζητιανέψεις, | για να βοσκήσεις την κοιλιά σου, και στη χώρα — όλο και κάτι κάποιος θα καταδεχτεί και θα σου δώσει.»
    Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
    ※  8ος πκε αιώνας   Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 14 (ξ. Ὀδυσσέως πρὸς Εὔμαιον ὁμιλία.), στίχ. 325 (στίχοι 325-326)
    καί νύ κεν ἐς δεκάτην γενεὴν ἕτερόν γ᾽ ἔτι βόσκοι· | τόσσα οἱ ἐν μεγάροις κειμήλια κεῖτο ἄνακτος.
    τόσα αγαθά που θα ᾽φταναν να θρέψουνε δέκα γενιές — | σκεύη πολύτιμα έβλεπες να στέκουν στο βασιλικό παλάτι.
    Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
    ※  8ος πκε αιώνας   Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 12 (μ. Ἀλκίνου ἀπόλογοι: Τὰ περὶ Σειρῆνας, Σκύλλαν, Χάρυβδιν, βόας Ἡλίου.), στίχ. 97 (στίχοι 94-97)
    ἔξω δ᾽ ἐξίσχει κεφαλὰς δεινοῖο βερέθρου, | αὐτοῦ δ᾽ ἰχθυάᾳ, σκόπελον περιμαιμώωσα, | δελφῖνάς τε κύνας τε καὶ εἴ ποθι μεῖζον ἕλῃσι | κῆτος, ἃ μυρία βόσκει ἀγάστονος Ἀμφιτρίτη.
    προβάλλει απέξω τα κεφάλια της σ᾽ αυτό το βάραθρο, | κι έτσι ψαρεύει λαίμαργα, ψάχνοντας γύρω από τον βράχο, | δελφίνια και σκυλόψαρα, όταν δεν πιάνει | κάποιο κήτος μεγαλύτερο, από τα τόσα που ανατρέφει η Αμφιτρίτη άγρια στενάζοντας.
    Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Λυσιστράτη, στίχ. 1204 (1204-1205)
    βόσκει δ᾽ οἰκέτας καὶ | σμικρὰ πολλὰ παιδία,
    κι έχει στόματα να θρέψει, | σκλάβους και μικρά παιδάκια,
    Μετάφραση (1965): Κώστας Βάρναλης, Αθήνα: Κέδρος @greek‑language.gr
  3. (για στρατιώτες) διατηρώ
  4. (για παιδιά) αναθρέφω
  5. (ελληνιστική σημασία) διοικώ, διαχειρίζομαι
    ※  3ος/2ος πκε αιώνας Παλαιά Διαθήκη,Βασιλειών Γ', 12.16, κατά την Μετάφραση των Εβδομήκοντα
    νῦν βόσκε τὸν οἶκόν σου, Δαυίδ.
  6. (στην παθητική φωνή) (μεταφορικά) ζω σε βάρος κάποιου άλλου
  7. (στην παθητική φωνή) (μεταφορικά) οργιάζω σε κάτι, αποχαλινώνομαι
  8. (στην παθητική φωνή) (κυριολεκτικά) και (μεταφορικά) τρέφομαι με κάτι
    ※  6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας, στίχ. 244
    τούτῳ γὰρ Ἄρης βόσκεται, φόνῳ βροτῶν.
    κι ο Άρης μ᾽ αυτά ᾽ναι που μεθά, μ᾽ ανθρώπινο αίμα.
    Μετάφραση (1911): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Φέξης @greek‑language.gr
    ※  6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Χοηφόροι, στίχ. 26
    δι᾽ αἰῶνος δ᾽ ἰυγμοῖσι βόσκεται κέαρ.
    κι όσο για θρήνους, βόσκομαι μ᾽ αυτούς καθημερνά!
    Μετάφραση, 1η έκδοση (1911): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Φέξης @greek‑language.gr
    κι η καρδία μου τρέφεται με θρήνους αιώνια.
    Μετάφραση λέξεων: Βικιλεξικό.
    ※  5ος πκε αιώνας Ἱπποκράτης, Περὶ καρδίης, (De corde), κεφ. 11, p.v.9.p.90 @scaife.perseus
    ἡ γὰρ μεγάλη ἀρτηρίη βόσκεται τὴν γαστέρα καὶ τὰ ἔντερα, καὶ γέμει τροφῆς οὐχ ἡγεμονικῆς.
    ※  5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Βάκχαι, στίχ. 617 (616-617)
    ταῦτα καὶ καθύβρισ᾽ αὐτόν, ὅτι με δεσμεύειν δοκῶν | οὔτ᾽ ἔθιγεν οὔθ᾽ ἥψαθ᾽ ἡμῶν, ἐλπίσιν δ᾽ ἐβόσκετο.
    Εδώ ακριβώς τον εταπείνωσα. Νόμιζε πως με δένει, | όμως ούτε μ᾽ άγγιξε ούτε μ᾽ έπιασε —τον έτρεφε η μάταιη ελπίδα.
    Μετάφραση χ.χ.: Θ. Κ. Στεφανόπουλος, Αθήνα: Κίχλη @greek‑language.gr
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πολιτεία
    ἀλλὰ βοσκημάτων δίκην κάτω ἀεὶ βλέποντες καὶ κεκυφότες εἰς γῆν καὶ εἰς τραπέζας βόσκονται χορταζόμενοι καὶ ὀχεύοντες,
    αλλά πάντα βλέποντας προς τα κάτω, σαν ζώα, και σκυμμένοι στη γη και σε τραπέζια βόσκουν χορταίνοντας την κοιλιά τους και τις σαρκικές τους επιθυμίες,
    Μετάφραση (στη δημοτική, χ.χ.): Ιωάννης Γρυπάρης. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, 2015 (στην καθαρεύουσα, 1911, Εκδ.Φέξη) @greek‑language.gr
  9. (στη μέση και παθητική φωνή) (για βοοειδή, πρόβατα, κλπ) εκτρέφομαι, βόσκομαι, βόσκω
    5ος πκε αιώνας   Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 9 (Καλλιόπη), 93.1
    ἔστι ἐν τῇ Ἀπολλωνίῃ ταύτῃ ἱρὰ ἡλίου πρόβατα, τὰ τὰς μὲν ἡμέρας βόσκεται παρὰ ποταμόν,
    Σ᾽ αυτή την Απολλωνία υπάρχουν ιερά κοπάδια του Ηλίου, που τη μέρα βόσκουν στις όχθες ποταμού,
    Μετάφραση (1995): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
  10. (στη μέση και παθητική φωνή) (μεταφορικά) συντηρώ, διατηρώ, αυξάνω, μεγαλώνω, ανατρέφω
    ※  5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Τραχίνιαι, στίχ. 144 (144-146)
    τὸ γὰρ νεάζον ἐν τοιοῖσδε βόσκεται | χώροισιν αὑτοῦ, καί νιν οὐ θάλπος θεοῦ, | οὐδ᾽ ὄμβρος, οὐδὲ πνευμάτων οὐδὲν κλονεῖ,
    γιατ᾽ η νιότη στα δικά της που βόσκει τα λημέρια, | δεν την ταράζουν μήτε του ήλιου κάμα, | μήτε οι βροχές, μήτε του ανέμου οι μπόρες,
    Μετάφραση χ.χ.: Ιωάννης Ν. Γρυπάρης), Αθήνα: Εστία @greek‑language.gr
    ※  5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Φοίνισσαι, 400 @scaife.perseus
    πόθεν δʼ ἐβόσκου, πρὶν γάμοις εὑρεῖν βίον;
    πώς συντηριόσουν, πριν βρεις τα προς το ζην στον γάμο;
    Μετάφραση λέξεων: Βικιλεξικό.

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

βοσκ-

βοτ-

βωτ-