Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βόσκω < αρχαία ελληνική βόσκω

  ΡήμαΕπεξεργασία

βόσκω, πρτ.: έβοσκα, αόρ.: βόσκησα, παθ.φωνή: βόσκομαι, π.αόρ.: βοσκήθηκα, μτχ.π.π.: βοσκημένος

  1. (για ζώα) τρώω χορτάρι σε λιβάδι
  2. μαζεύω και πηγαίνω τα ζώα (αγελάδες και πρόβατα συνήθως) για να φάνε (χορτάρι)

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • Πού βόσκεις;: Πού βρίσκεσαι;

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

Σημείωση: Οι συνοπτικοί και συντελεσμένοι χρόνοι, όπως και στο βοσκάω/βοσκώ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία