Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

βόσκηση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βόσκηση θηλυκό

  1. η ενέργεια του βόσκω· βοσκή
  2. η αναζήτηση και κατανάλωση τροφής, από τα χορτοφάγα ζώα· βόσκημα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία