Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Σερβία οι Σερβίες
      γενική της Σερβίας των Σερβιών
    αιτιατική τη Σερβία τις Σερβίες
     κλητική Σερβία Σερβίες
Συνήθως στον ενικό.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Σερβία < Srbi <ίσως συγγενές με το λατινικό servare (προστατεύω, φυλάσσω, υπηρετώ) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

 
η θέση της Σερβίας στην Ευρώπη

Σερβία θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία