Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δηνάριο τα δηνάρια
      γενική του δηνάριου
δηναρίου
των δηνάριων
δηναρίων
    αιτιατική το δηνάριο τα δηνάρια
     κλητική δηνάριο δηνάρια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Ρωμαϊκά δηνάρια.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δηνάριο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δηνάριον < λατινική denarius < deni + -arius < decem < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *déḱm̥t (δέκα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δηνάριο ουδέτερο

  1. (ιστορία, νόμισμα) ασημένιο νόμισμα της αρχαίας Ρώμης
  2. (νόμισμα) η ονομασία του νομίσματος πολλών χωρών

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία