Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Εβραίος Εβραίοι
γενική Εβραίου Εβραίων
αιτιατική Εβραίο Εβραίους
κλητική Εβραίε Εβραίοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Εβραίος < ελληνιστική κοινή Ἑβραῖος < εβραϊκή עברי (ivrí)

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • ο όρος δεν απαντάται σε κανένα ιστορικό κείμενο, παρά μόνο στην Αγία Γραφή
  • η προέλευση του ονόματος πιθανολογείται, από πολλούς μελετητές, από τον πατριάρχη Έβερ, δισέγγονο του Νώε και πρόγονο του Αβραάμ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ε.ˈvrε.ɔs/

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Εβραίος αρσενικό (θηλυκό: Εβραία & (σπάνιο) Εβραίισσα)

  1. ο πιστός της ιουδαϊκής θρησκείας
      συνώνυμα: Ιουδαίος
  2. (εθνικό όνομα) ο προερχόμενος από το έθνος των Εβραίων
      συνώνυμα: Ισραηλίτης
  3. (μεταφορικά) τσιγκούνης, φιλάργυρος
      συνώνυμα:δείτε τη λέξη: τσιγκούνης

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΠαροιμίεςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία