Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

εβραιοφοβία < Εβραίος + φοβία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εβραιοφοβία θηλυκό

  1. ο φόβος, η αντιπάθεια έναντι των Εβραίων


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία