Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εβραϊστής εβραϊστές
γενική εβραϊστή εβραϊστών
αιτιατική εβραϊστή εβραϊστές
κλητική εβραϊστή εβραϊστές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εβραϊστής < εβρα(ϊκός) + -ιστής

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.vɾa.i.ˈstis/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εβραϊστής αρσενικό [θηλυκό εβραΐστρια

  • ονομάζεται ο λόγιος που ειδικεύεται στη μελέτη της Εβραϊκής

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία