Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

Εβραίο αρσενικό

  1. Εβραίος, στην αιτιατική του ενικού