Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική φάλαγξ φάλαγγε φάλαγγες
Γενική φάλαγγος φαλάγγοιν φαλάγγων
Δοτική φάλαγγι φαλάγγοιν φάλαγξι(ν)
Αιτιατική φάλαγγα φάλαγγε φάλαγγας
Κλητική φάλαγξ φάλαγγε φάλαγγες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φάλαγξ < → λείπει η ετυμολογίαΕίναι παράταξη του Μεγάλου Αλεξάνδρου

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φάλαγξ θηλυκό

  1. φάλαγγα
  2. παράταξη μάχης
  3. σχηματισμός πεζικού
  4. το κύριο μέρος του στρατού
     αντώνυμα: κέρας
  5. στρατόπεδο
  6. κομμάτι ξύλου
  7. κορμός δέντρου
  8. το οριζόντιο τμήμα του ξυγού, από το οποίο κρέμονται οι πλάστιγγες
  9. (ανατομία) το οστό ανάμεσα στους αρμούς των δαχτύλων των χεριών
  10. πληθυντικός φάλαγγες: ξύλινοι κύλινδροι που μπαίνουν κάτω από ένα βαρύ αντικείμενο, προκειμένου να μετακινηθεί