↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
φᾰλαγγ-
ονομαστική φάλαγξ αἱ φάλαγγες
      γενική τῆς φάλαγγος τῶν φαλάγγων
      δοτική τῇ φάλαγγ ταῖς φάλαγξ(ν)
    αιτιατική τὴν φάλαγγ τὰς φάλαγγᾰς
     κλητική ! φάλαγξ φάλαγγες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  φάλαγγε
γεν-δοτ τοῖν  φαλάγγοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φάλαγξ' όπως «φάλαγξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
φάλαγξ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰelǵ- (δοκάρι, κομμάτι ξύλο). Συγγενικά: πρωτογερμανική *balkô (> γερμανική Balken, αγγλική balk), λιθουανική balžiena (ρόπαλο), πιθανόν και η λατινική fulcio (στηρίζω) [1]

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

φάλαγξ θηλυκό

  1. (στρατιωτικός όρος) φάλαγγα στρατιωτών
    1. παράταξη μάχης
    2. σχηματισμός πεζικού
    3. το κύριο μέρος του στρατού
       αντώνυμα: κέρας
    4. στρατόπεδο
  2. (αρχική σημασία) κομμάτι ξύλου
    1. κορμός δέντρου
    2. το οριζόντιο τμήμα του ξυγού, από το οποίο κρέμονται οι πλάστιγγες
    3. (στον πληθυντικό) φάλαγγες: ξύλινοι κύλινδροι που μπαίνουν κάτω από ένα βαρύ αντικείμενο, προκειμένου να μετακινηθεί
  3. (ανατομία) το οστό ανάμεσα στους αρμούς των δαχτύλων των χεριών

Συγγενικά

επεξεργασία
 ετυμολογικό πεδίο 
φαλαγγ- 

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.