Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τετραφαλαγγάρχης οι τετραφαλαγγάρχες
      γενική του τετραφαλαγγάρχη των τετραφαλαγγαρχών
    αιτιατική τον τετραφαλαγγάρχη τους τετραφαλαγγάρχες
     κλητική τετραφαλαγγάρχη τετραφαλαγγάρχες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τετραφαλαγγάρχης < τετρα- + φάλαγγα + -άρχης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τετραφαλαγγάρχης θηλυκό

  1. ο διοικητής μιας τετραφαλαγγίας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία