Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φαλαγγάρχης < φάλαγγα + -άρχης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φαλαγγάρχης αρσενικό

  1. ο επικεφαλής, αρχηγός της φάλαγγας


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία