Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τάλιρο τάλιρα
γενική τάλιρου τάλιρων
αιτιατική τάλιρο τάλιρα
κλητική τάλιρο τάλιρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάλιρο < (ορθογραφικό δάνειο) βενετική talaro (με α < η < ι) < γερμανική Taler / Thaler < Sankt Joachimsthaler : από την κοιλάδα του Αγίου Ιωακείμ < Joachim + -s- + Tal + -er < παλαιά άνω γερμανική tal < πρωτογερμανική *dalą < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰol- / *dʰel- (τόξο, αψίδα, καμπυλότητα, κοιλότητα)[1][2]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈta.li.ɾɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τάλιρο ουδέτερο

  1. (οικονομία) νόμισμα αξίας πέντε μονάδων (ευρώ, δραχμών κ.λπ.), πεντάλιρο (= ψευδετυμολογία)
  2. πληθυντικός τάλιρα: (λαϊκότροπο) λεφτά, χρήματα

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Thal (και πιο απλοποιημένα πλέον Tal) σημαίνει κοιλάδα στα γερμανικά. Σε μιαν κοιλάδα, την κοιλάδα του Αγίου Ιωακείμ, που σήμερα ανήκει στην Τσεχία και λέγεται Jáchymov, αλλά στη γερμανοκρατούμενη Βοημία λεγόταν Joachimsthal, υπήρχε ασήμι από το οποίο έκοψαν το 1519 αστραφτερά ασημένια νομίσματα, που τα ονόμασαν, όχι ιδιαίτερα ευφάνταστα, Joachimsthaler. Τα νομίσματα αυτά είχαν προφανώς επιτυχία, και η συγκεκομμένη λέξη thaler αφομοιώθηκε και από τις άλλες γερμανικές διαλέκτους.
  2. τάλιρο στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία