Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γρόσι τα γρόσια
      γενική του γροσιού των γροσιών
    αιτιατική το γρόσι τα γρόσια
     κλητική γρόσι γρόσια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γρόσι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γρόσι(ν) < βενετική grosso < λατινική grossus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷres-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γρόσι ουδέτερο

  1. (νόμισμα, παρωχημένο) (ασημένιο) νόμισμα, ίσο προς το ένα εκατοστό της (χρυσής) λίρας διαφόρων κρατών (Τουρκίας, Αιγύπτου, Κύπρου, Βενετίας κ.ά.)
     συνώνυμα: πιάστρο, πιάστρα
  2. (συνεκδοχικά) τα χρήματα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία