Δείτε επίσης: δουκάτο, δουκάδο

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δουκάτον < (άμεσο δάνειο) μεσαιωνική λατινική ducatus. Η λέξη, από τον 6ο αιώνα. Δείτε και δούξ, dux

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δουκάτον ουδέτερο

  1. δουκάτο, περιοχή όπου εξουσίαζε ο δούξ, o δούκας
  2. (νόμισμα) δουκάτο
    δύο χιλιάδες δουκάτα χρυσά (⌘Μαχαιράς, 67829)

Κλιτικοί τύποιΕπεξεργασία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία