Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σπασμός οι σπασμοί
      γενική του σπασμού των σπασμών
    αιτιατική τον σπασμό τους σπασμούς
     κλητική σπασμέ σπασμοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπασμός < αρχαία ελληνική σπασμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σπασμός αρσενικό

  1. αιφνίδια ακούσια συστολή μυός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπασμός < σπάω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σπασμός αρσενικό

  1. σπασμός, συστολή
  2. πριαπισμός
  3. (μεταφορικά) βίαιη ξαφνική κίνηση
    σεισμόν τε τῆς γῆς καὶ σπασμὸν ἅμα γενέσθαι τῆς θαλάσσης (Πλούταρχος, Κικέρων, 32)
  4. σπασμός (μαχαιρών): το βγάλσιμο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 1412