Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σπασμολυτικός η σπασμολυτική το σπασμολυτικό
      γενική του σπασμολυτικού της σπασμολυτικής του σπασμολυτικού
    αιτιατική τον σπασμολυτικό τη σπασμολυτική το σπασμολυτικό
     κλητική σπασμολυτικέ σπασμολυτική σπασμολυτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σπασμολυτικοί οι σπασμολυτικές τα σπασμολυτικά
      γενική των σπασμολυτικών των σπασμολυτικών των σπασμολυτικών
    αιτιατική τους σπασμολυτικούς τις σπασμολυτικές τα σπασμολυτικά
     κλητική σπασμολυτικοί σπασμολυτικές σπασμολυτικά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπασμολυτικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σπασμολυτικός

  • που σταματά τους σπασμούς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία