↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σιωπηλός η σιωπηλή το σιωπηλό
      γενική του σιωπηλού της σιωπηλής του σιωπηλού
    αιτιατική τον σιωπηλό τη σιωπηλή το σιωπηλό
     κλητική σιωπηλέ σιωπηλή σιωπηλό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σιωπηλοί οι σιωπηλές τα σιωπηλά
      γενική των σιωπηλών των σιωπηλών των σιωπηλών
    αιτιατική τους σιωπηλούς τις σιωπηλές τα σιωπηλά
     κλητική σιωπηλοί σιωπηλές σιωπηλά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
σιωπηλός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σιωπηλός

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /si.o.piˈlos/ & /sçio.piˈlos/, όπως στην ποίηση: → δείτε το επίρρημα σιωπηλά
τυπογραφικός συλλαβισμός: σι‐ω‐πη‐λός (ή σιω‐πη‐λός)
παρώνυμο: σιωπηρός

  Επίθετο

επεξεργασία

σιωπηλός, -ή, -ό

  1. (για άνθρωπο) που σιωπά
  2. (για χώρο) όπου δεν ακούγεται κανένας ήχος

Συγγενικά

επεξεργασία

→ και δείτε τη λέξη σιωπώ

  Μεταφράσεις

επεξεργασία



γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική σιωπηλός σιωπηλή τὸ σιωπηλόν
      γενική τοῦ σιωπηλοῦ τῆς σιωπηλῆς τοῦ σιωπηλοῦ
      δοτική τῷ σιωπηλ τῇ σιωπηλ τῷ σιωπηλ
    αιτιατική τὸν σιωπηλόν τὴν σιωπηλήν τὸ σιωπηλόν
     κλητική ! σιωπηλέ σιωπηλή σιωπηλόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ σιωπηλοί αἱ σιωπηλαί τὰ σιωπηλᾰ́
      γενική τῶν σιωπηλῶν τῶν σιωπηλῶν τῶν σιωπηλῶν
      δοτική τοῖς σιωπηλοῖς ταῖς σιωπηλαῖς τοῖς σιωπηλοῖς
    αιτιατική τοὺς σιωπηλούς τὰς σιωπηλᾱ́ς τὰ σιωπηλᾰ́
     κλητική ! σιωπηλοί σιωπηλαί σιωπηλᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ σιωπηλώ τὼ σιωπηλᾱ́ τὼ σιωπηλώ
      γεν-δοτ τοῖν σιωπηλοῖν τοῖν σιωπηλαῖν τοῖν σιωπηλοῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
σιωπηλός < σιωπ(άω) + -ηλός [1]

  Επίθετο

επεξεργασία

σιωπηλός, -ή, -όν, συγκριτικός:σιωπηλότερος, υπερθετικός: σιωπηλότατος

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Παράγωγα

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. s.v. σιωπώ - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.