Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsaɪlənt/
ήχος (ΗΠΑ) 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

silent (en)

  1. ήσυχος, χωρίς καθόλου ήχο ή θόρυβο
    silent night
  2. σιωπηλός
    you have the right to remain silent