Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σαλόνι τα σαλόνια
      γενική του σαλονιού των σαλονιών
    αιτιατική το σαλόνι τα σαλόνια
     κλητική σαλόνι σαλόνια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαλόνι < γαλλικά: salon < ιταλικά : salone

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sa.ˈlɔ.ni/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σαλόνι ουδέτερο

  1. δωμάτιο επιπλωμένο με καναπέδες και πολυθρόνες για την υποδοχή επισκεπτών
  2. η επίπλωση αυτού του δωματίου
  3. (στον πληθυντικό, ειρωνικά) το αριστοκρατικό περιβάλλον
    συνήθισε στα σαλόνια και ξέχασε τη λαϊκή καταγωγή του
    απ' τ' αλώνια στα σαλόνια
  4. (τυπογραφία) συνεχόμενες σελίδες εντύπου που φαίνονται σαν σύνολο και συνήθως περιέχουν μία ενιαία φωτογραφία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

 συνώνυμα:Επεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία