Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρεαλισμός ρεαλισμοί
γενική ρεαλισμού ρεαλισμών
αιτιατική ρεαλισμό ρεαλισμούς
κλητική ρεαλισμέ ρεαλισμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρεαλισμός < γαλλική réalisme < λατινική realis < res < πρωτοϊταλικά *reis < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *reh₁ís

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρεαλισμός αρσενικό

  1. η στάση κατά την οποία κάποιος αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και τους περιορισμούς που αυτή θέτει και προσαρμόζει ανάλογα τις επιδιώξεις του
      συνώνυμα: πραγματισμός
  2. (τέχνη) καλλιτεχνικό ρεύμα (κυρίως της λογοτεχνίας και των εικαστικών τεχνών) που αποσκοπεί στην πιστή απόδοση (περιγραφή, απεικόνιση κλπ.) της πραγματικότητας

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία