Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο υπερρεαλισμός οι υπερρεαλισμοί
γενική του υπερρεαλισμού των υπερρεαλισμών
αιτιατική τον υπερρεαλισμό τους υπερρεαλισμούς
κλητική υπερρεαλισμέ υπερρεαλισμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερρεαλισμός < γαλλική surréalisme από sur = υπέρ + réalisme = ρεαλισμός
Ο όρος "υπερρεαλισμός (ή "σουρεαλισμός", όπως προτιμούν μερικοί) εμφανίζεται για πρώτη φορά στα 1917 και ανήκει στον περίφημο Γάλλο ποιητή Guillaume Apollinaire.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπερρεαλισμός αρσενικό

  • καλλιτεχνικό ρεύμα που βασίστηκε στη θεωρία της ψυχανάλυσης και ειδικά στην αξιοποίηση πληροφοριών από το ασυνείδητο
  • λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κίνημα του 20ού αιώνα που επιδίωξε την έκφραση του υποσυνείδητου κόσμου, χωρίς λογικό έλεγχο, χωρίς ηθικούς και αισθητικούς περιορισμούς.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία