Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λογοτεχνία οι λογοτεχνίες
      γενική της λογοτεχνίας των λογοτεχνιών
    αιτιατική τη λογοτεχνία τις λογοτεχνίες
     κλητική λογοτεχνία λογοτεχνίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λογοτεχνία < λόγος + τέχνη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /lo.ɣo.teˈxni.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λογοτεχνία θηλυκό

  1. η δημιουργία έργων του γραπτού ή προφορικού λόγου που αποτελούν επινοήσεις της φαντασίας των δημιουργών τους (ως ένα βαθμό τουλάχιστον) με σκοπό τον ψυχικό και πνευματικό ερεθισμό ή και την ψυχαγωγία του κοινού τους
  2. (κατ’ επέκταση) το σύνολο έργων με τον ορισμό ανωτέρω
  3. (κατ’ επέκταση) σύνολο έργων με τον ορισμό ανωτέρω που έχουν ένα κοινό στοιχείο που τα διαφοροποιεί από τα υπόλοιπα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • συγκριτική λογοτεχνία: η μελέτη δύο ή περισσοτέρων ειδών λογοτεχνίας (συνήθως εθνικών) κατ' αντιδιαστολή μεταξύ τους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία