Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λιανός η λιανή το λιανό
      γενική του λιανού της λιανής του λιανού
    αιτιατική τον λιανό τη λιανή το λιανό
     κλητική λιανέ λιανή λιανό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λιανοί οι λιανές τα λιανά
      γενική των λιανών των λιανών των λιανών
    αιτιατική τους λιανούς τις λιανές τα λιανά
     κλητική λιανοί λιανές λιανά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιανός < μεσαιωνική ελληνική λιανός < λείος < αρχαία ελληνική λεῖος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁lengʷʰ- (ελαφρύς)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λιανός, -ή, -ό

  1. (λαϊκότροπο) λεπτός, αδύνατος
  2. (ουσιαστικοποιημένο) λιανά
    1. τα κομματάκια
    2. (μεταφορικά) (οικονομία) τα ψιλά, τα κέρματα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία