Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

dünn 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

dünn (de)

  • λεπτός
    die Tür ist dünn - η πόρτα είναι λεπτή

ΑντώνυμαΕπεξεργασία