Δείτε επίσης: κοῦπα

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κούπα οι κούπες
      γενική της κούπας
    αιτιατική την κούπα τις κούπες
     κλητική κούπα κούπες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Μια κούπα με το σήμα της Βικιπαίδειας.
 
Ο άσος κούπα.
 
Σερβιρισμένες κούπες (κυπριακό έδεσμα).

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κούπα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κούπα < ελληνιστική κοινή κοῦπα < λατινική cupa

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈku.pa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κού‐πα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κούπα θηλυκό

  1. αγγείο πόσεως με λαβή, μεγαλύτερο από το φλιτζάνι
     συνώνυμα: κύπελλο
  2. (συνεκδοχικά) η ποσότητα υγρού που χωράει σε μια κούπα
    Κάθε μέρα, πίνω τρεις κούπες καφέ.
  3. (χαρτοπαίγνιο) οικογένεια χαρτιών της τράπουλας που φέρουν ως σήμα μια κόκκινη καρδιά
  4. (αργκό, αθλητισμός) το κύπελλο που κερδίζει μια ομάδα σε αθλητική διοργάνωση
  5. (κρητικά) στην Κρήτη, το ποτήρι με κρασί που πίνεται μονορούφι
  6. (κυπριακά, γαστρονομία) έδεσμα της Κύπρου και του Λεβάντε

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία