Arrows blue.png Δείτε επίσης: Coupe

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

coupe 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
coupe coupes

coupe (fr) θηλυκό

  1. η κούπα
    distribue les coupes - μοίρασε τις κούπες
  2. το κύπελλο
    la coupe du monde - το παγκόσμιο κύπελλο
  3. κόψιμο μαλλιών, κόμμωση
    elle s'est fait une belle coupe - έκανε μια όμορφη κόμμωση, έκοψε ωραία τα μαλλιά της
  4. περικοπή
    des coupes budgétaires - περικοπές στον προϋπολογισμό