Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ku/ (όπως στο γαλλικό coup, για τον ενικό και τον πληθυντικό)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

coup (en)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

ενικός πληθυντικός
coup coups

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ku/ (για τον ενικό και τον πληθυντικό)
coup 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

coup (fr) αρσενικό

  1. το χτύπημα
  2. η εκπυρσοκρότηση
    coup de canon - κανονιοβολισμός
    coup de feu - πυροβολισμός
  3. απότομη κίνηση ανθρώπου ή ζώου, χτύπημα χωρίς σκοπό να πληγωθεί κάποιος
    coup d'aile - φτερούγισμα
    coup de genou - κίνηση/χτύπημα με το γόνατο
  4. κάτι που συμβαίνει ξαφνικά αλλά τυχαία
    coup de chance - ξαφνική τύχη

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

σχετικές με την έννοια χτύπημαΕπεξεργασία
σχετικές με την έννοια ξαφνική τύχηΕπεξεργασία
άλλες έννοιεςΕπεξεργασία