Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

coup d'envoiδείτε τις λέξεις: coup και envoi

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
coup d'envoi coups d'envoi

coup d'envoi (fr) αρσενικό

  1. το σφύριγμα του διαιτητή που αρχίζει ένα ομαδικό παιχνίδι