Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατόπιν < αρχαία ελληνική κατόπιν

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

κατόπιν

  1. μετά, ύστερα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατόπιν < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

κατόπιν

  1. κατόπιν