Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κασσίτερος < αρχαία ελληνική κασσίτερος (άγνωστης ετυμολογίας, πιθανόν δάνειο από τα σανσκριτικά)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.ˈsi.tɛ.ɾɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κασσίτερος οι κασσίτεροι
      γενική του κασσιτέρου
& κασσίτερου
των κασσιτέρων
& κασσίτερων
    αιτιατική τον κασσίτερο τους κασσιτέρους
& κασσίτερους
     κλητική κασσίτερε κασσίτεροι
Παράρτημα

κασσίτερος αρσενικό

ομόρριζαΕπεξεργασία

αυτό που γιαλίζει και λάμπει σαν κασσίτερος και χρησιμοπιείται για κασσιτέρωση, γάνωμα:

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία