Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  • Χημικό στοιχείο: Sn
  • Ατομικός αριθμός : 50
  • Προηγούμενο = In
  • Επόμενο = Sb

Δείτε επίσης: Περιοδικός πίνακας των στοιχείων

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κασσίτερος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κασσίτερος (άγνωστης ετυμολογίας, πιθανόν δάνειο από τα σανσκριτικά)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kaˈsi.te.ɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κασ‐σί‐τε‐ρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κασσίτερος οι κασσίτεροι
      γενική του κασσίτερου
κασσιτέρου
των κασσίτερων
κασσιτέρων
    αιτιατική τον κασσίτερο τους κασσίτερους
κασσιτέρους
     κλητική κασσίτερε κασσίτεροι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

κασσίτερος αρσενικό

  1. ※  Ο μπρούντζος είναι κράμα χαλκού και κασσίτερου, και ήταν το πρώτο κράμα που δημιουργήθηκε, περίπου τέσσερις χιλιάδες χρόνια πριν (Ελληνικό Ινστιτούτο Ανάπτυξης Χαλκού, ανακτήθηκε στις 6/11/2021 [1])

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

αυτό που γιαλίζει και λάμπει σαν κασσίτερος και χρησιμοπιείται για κασσιτέρωση, γάνωμα:

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

ζητούμενο λήμμα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κασσίτερος < άγνωστης ετυμολογίας, πιθανόν δάνειο από τα σανσκριτικά) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΠηγέςΕπεξεργασία