Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ίνδιο < νεολατινική indium < γερμανική indigo (λουλακί)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ίνδιο ουδέτερο μόνο στον ενικό

  1. (χημεία) μεταλλικό χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 49 και χημικό σύμβολο το In
πτώση ενικός
ονομαστική ίνδιο
γενική ινδίου
αιτιατική ίνδιο
κλητική ίνδιο

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία