Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κάμερα οι κάμερες
      γενική της κάμερας των καμερών
    αιτιατική την κάμερα τις κάμερες
     κλητική κάμερα κάμερες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάμερα < ιταλική camera < λατινική camera (obscura) < αρχαία ελληνική καμάρα (αντιδάνειο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάμερα θηλυκό

  1. μηχανική συσκευή λήψης και εγγραφής κινούμενων εικόνων κινηματογράφου
  2. ηλεκτρονική συσκευή λήψης και εγγραφής κινούμενων εικόνων βίντεο, η βιντεοκάμερα
  3. (σπανιότερα) η φωτογραφική μηχανή
  4. η κάμαρα ή κάμαρη, το δωμάτιο

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία