Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ka.me.ʁa/
 

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
caméra caméras

caméra (fr) θηλυκό

Εκφράσεις

επεξεργασία