Δείτε επίσης: καμάρα

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κάμαρα οι κάμαρες
      γενική της κάμαρας
    αιτιατική την κάμαρα τις κάμαρες
     κλητική κάμαρα κάμαρες
Κατηγορία όπως «πέστροφα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάμαρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάμαρα < λατινική camera / camara < αρχαία ελληνική καμάρα (αντιδάνειο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάμαρα θηλυκό

  1. το δωμάτιο διαμονής, συνηθέστερα υπνοδωμάτιο
  2. η καμπίνα (σε πλοίο)
  3. (μεταφορικά) το μικρό διαμέρισμα

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία