Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θαλαμηπόλος θαλαμηπόλοι
γενική θαλαμηπόλου θαλαμηπόλων
αιτιατική θαλαμηπόλο θαλαμηπόλους
κλητική θαλαμηπόλε θαλαμηπόλοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαλαμηπόλος < ελληνιστική κοινή (η υπηρέτρια της οικοδέσποινας) < θάλαμος + πέλω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θαλαμηπόλος αρσενικό ή θηλυκό

  1. το μέλος του προσωπικού που φροντίζει για τη καθαριότητα και την τακτοποίηση των δωματίων σε πλωτό μέσο

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία