Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-η- < αρχαία ελληνική -η-

  ΈνθημαΕπεξεργασία

-η-

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-η- < Η < φοινικική 𐤇 • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  
επέκταση ενός -ᾱ- > -η- σε θέματα που λήγουν σε -ο (ἐλαφηβόλος)
Συχνά συνυπάρχουν λέξεις με -η- και με -ο- (πυρηφόρος, πυροφόρος)

  ΈνθημαΕπεξεργασία

-η-

  • συνδετικό ή συνθετικό φωνήεν που παρεμβάλλεται μεταξύ των συνθετικών συστατικών στις σύνθετες λέξεις
    λαμπαδηδρομία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία

§133 Παραδείγματα - Debrunner, Albert (1917) Griechische Wortbildungslehre. (O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική) Mετάφραση: Ηλίας Τσιριγκάκης, επιμέλεια: Ευάγγελος Πετρούνιας, στο @greek-language.gr, 2008.